εκνευρίστηκαν εν παρόδω




Η καλύτερη στιγμή για να πεθάνεις είναι
ίσως
όταν οι ποιητές γίνονται ποιήματα.


Είμαι ποιητής
γι'αυτό μισώ την ποίηση.


Ποδόλουτρο



μέσα στις αλλήθωρες-για μας-
ντομάτες γεννιέται ένας άλλος κόσμος
γεμάτος ουρανούς,σωματίδια σφαιροειδή
και άκεφους ουρανοξύστες


μέσα στις ντομάτες ξεχειμωνιάζουν
οι φυλακισμένες αγγλομαθείς πινελιές
η μία πάνω στην άλλη σαν ζώα


μέσα στις ντομάτες βρέχει καταρρακτωδώς
και ο θεός δίνει τον τόκο που οφείλει
στη θεοτόκο


μέσα στις ντομάτες τα θαύματα των φυτωρίων
γνωρίζουν κάποιον ελβετό κτηνοβάτη
ή κάποιο γάλλο ή άγγλο καθωσπρέπει κύριο
με εφτά γραβάτες στα μάγουλα τα οποία είναι εγχειρισμένα
από μέσα
για να συμβολίζουν τα έθνη

Αρχίδια με ημερομηνία λήξης


Αν όλη η αγωνία μου μπορούσε
να πυρακτωθεί και να περιμένει
την επίγεια έλευση του βουλκανιζατέρ
τότε θα'χα πέσει από τη σκεπή
φωνάζοντας πρώτα με ωοειδείς φθόγγους τους ύμνους της
φακής


οι όρνιθες ξυπνούν κάθε πρωί
για να με αγαπήσουν
εμένα το φτωχό λόγιο


δυο λογιών άνθρωποι υπάρχουν:
αυτοί που κοιμούνται και αυτοί που ανασαίνουν

Υαλοκαμβάς
Εκδόσεις Ενδυμίων 2009






τελεία με πόδια




Ένα ζωύφιο περπατά πάνω στο χάρτη αυτού του βράχου.
Είναι μια κόκκινη τελεία με πόδια.
Περπατά.
Δεν σταματάει.Περπατά.Γιατί το τέλος
του Κόσμου βρίσκεται
παντού
και μια τελεία που περπατά
δεν ξέρει πού να σταματήσει




Γιάννης Υφαντής
από τις Μάσκες του Τίποτε



go east



Κάποτε πρόσεχα τα λόγια
Γιατί-νόμιζα-σκοτώνουν




Τώρα πυροβολούν «τζούφιες»
Εδώ και κει
Άντρες που και
στο ασημαντότερο γουέστερν




Θα είχαν χιλιοσκοτωθεί


Πέννυ Μηλιά
 

τρέιλερ




Πληγές βρυσούλες
Κρύψτε με στα νερά


Μανιωδώς καταγράφω καημούς
-Φύσει και θέσει σουρεάλ-


Ινδοί ξενυχτούν
όλη νύχτα στα χωράφια
και χτυπούν
τα άδεια τους τσουκάλια
για να τρομάζουν
τα άγρια ζώα
τα τσακάλια
μην τους φάνε τη σοδειά


Αρχαία αντίο
Επαναλαμβάνονται
Με εμμονή τρέιλερ
Επερχόμενου παραδείσου


«καημενούλια μου..»
κι αρχιδιές


Σε γήπεδα ράγκμπι
Κλωτσάνε πυρηνικούς αντιδραστήρες


Εφοπλιστικές πόρνες εθελοντές
Δημοπραττούν το φιλί της ζωής
Στο από καιρού πτώμα του
-who gives a shit- πλανήτη


Την ίδια ώρα χλωμές μανούλες
Απ' τις χλωρίνες και τα πληκτρολόγια
Πληρώνουν αλλοδαπές νταντάδες
Για το τελευταίο αυθεντικό νανούρισμα
Στα αυγουλάκια του φιδιού τους


«Αγαπάτε αλλήλους»
κι αρχιδιές
«καημενούλια μου..»
εδώ δεν καταφέραμε
ν' αγαπάμε εαυτόν


Πέννυ Μηλιά




αποθεραπεία





Νίπτω τας χείρας
Φοράω τα γάντια των χεριών σου


Με το κουβάρι της κουβέρτας
Φτιάχνω ένα σώμα δίπλα μου
Μπας και με πάρει ο ύπνος
Όμως αυτό έχει κάποιες ερωτήσεις:


Είναι η ζωή ένα παιχνίδι
Μέχρι να μας πάρει ο ύπνος;


Μήπως γίνομαι πιο όμορφη
με τις απουσίες;


Οι πεθαμένοι μας ξεχνούν πρώτα
Ή εμείς;


«Μ’ αρέσουν οι ταινίες που δεν ψεύδονται»
Υπάρχει αυτό;


Μήπως έχαψα όλα τα παραμύθια
Για να τα ξερνάω θεραπευμένα;


Το μέλλον θα μας βρεί ξαφνικά
Ή μας ψάχνει καιρό;


Η θεραπεία για τη ζωή
Είναι ο θάνατος;


Και ποιά άλλα συμπτώματα έχει
Εκτός από το να νιώθεις;


Μήπως τα παπούτσια μου κλωτσάνε
«Τα βήματα που έπρεπε να γίνουν»;


Πέννυ Μηλιά






Είναι κάτι πρόσωπα
Που το βλέμμα ξεκουράζεται
Κάτι οάσεις
Που σε νανουρίζουν σα μωρό
Κάτι βλέμματα
Που σου ξεπλένουν τις κρυφές πληγές
από την καθημερινότητα
Προχωρούν δίπλα σου
Σ' ακουμπούν στο ώμο
Κι όλα αρχίζουν να σου μιλάνε ξανά
Όπως όταν ήσουν παιδί



Είναι κάτι ψυχές
Που και μόνο που ξέρεις πως ανασαίνουν
Είσαι σίγουρος, πάλι, για τον Κόσμο

Πέννυ Μηλιά




ένα δύο τρία κι εγώ







Η απελπισία
Κάθε φορά
Καινούργιος δρόμος



Κάθε λυγμός
Κλειδί
Γι' άλλο παράθυρο
΄
τα σφιγμένα χέρια
Καινούργια μάτια
Να ψηλαφούν το άπειρο



Εξορίζω τον παλμό
Απ' τα χέρια μου
Το αίμα το ξανθό
Στο μέτωπό μου
Το άσπρο
Εκεί γύρω στα μάτια
Το μελωμένο
Στους καρπούς και
τα πλευρά μου



Γιατί να αφήνω να ρθούν οι μέρες
Ταξιδιώτες κουρασμένοι;
Στο σπίτι κανείς να τους δεχτεί
Άδεια δωμάτια στο δέρμα μου
Πατζούρια σπασμένα



Τρελλά χτυπά
Ο άνεμος στο μυαλό μου



Απιθώνουν τις βαλίτσες τους
κάτι ζωντανό σαλεύει
Το μέλλον που λυσσομανάει
Τώρα σφαδάζει αγριεμένο



Κλείνω
Να μην χωράει τίποτα πουθενά
Να γεμίσω ολόκληρη
κύβους
που παίζαμε μικρές
το' να πανω στ' άλλο
και «γύρω-γύρω όλοι
στη μέση ο»
θάλασσα
«Ένα –δύο-τρία»
κι εγώ







Πέννυ Μηλιά
 


εγώ είμαι μόνη





Εγώ είμαι μόνη
Βαθιά νυχτώνει
Στις σπηλιές που ζω

Εγώ είμαι μόνη
ό,τι σ'αγχώνει
το νοσταλγώ

Στα ραντεβού κοιτώ την ώρα
Μα πάντα αργώ
Κι άμα μου πει κανείς προχώρα
Πισωπατώ
Αυτούς που δεν έχουν πονέσει
Δεν συμπονώ
Κι αν στην αλήθεια βρήκες θέση
Στο ψέμα ζω

Εγώ είμαι μόνη
Και ό,τι ματώνει
Έχω για αρχή

Εγώ είμαι μόνη
Κι αν θέλω από χιόνι
Φτιάχνω π(λ)ηγή

Πέννυ Μηλιά



das ich gesagt hab ist gesagt***





(Όπου όλο μου το βασίλειο
Δεν μου δίνει τη χαρά
Ούτε του ονείρου
ενός ταπεινού υπηκόου)






Σου απαντούσα
Ναι θα γίνω γυναίκα σου
Καινούργια ρουχαλάκια;
God,good lover.
Εσύ-δικοί μου-φίλοι-δικά σου-παιδιά
Δεν θέλω να κλαίς-μπουχουχου
Σχολή και άλλα
Έχουν συνηθίσει να ζουν με 300 ευρώ
Εγώ-πολλά-τίποτα-καθόλου
Χεράκια μου αουφίντερζεν
das ich gesagt hab ist gesagt


fear can stop you loving
love can stop your fear
but it’s not always that clear


όποιος κοιμάται μόνος ξέρει
(δεν) είν η αγάπη λόγος να υποφέρει



***ό,τι έχω πει έχει ειπωθεί


Πέννυ Μηλιά

Σοκολάτα Μπλουζ






Δεν έχει η κατάθλιψη χάρη
Το λένε σαφώς οι γιατροί
Κι όσα χαπάκια κι αν πάρει
Το χάδι που ψάχνει η ψυχή
Βελούδα και λίκνα φευγάτα


Γι' αυτό:
Σοκολάτα


Όσα τα χείλη δε λένε
Θα 'ρθούν άλλα χείλη να πουν
Σατέν ηδονές φλας ή σείστρα
Τσιγάρα ποτά που διψούν
Αινίγματα πένθη φευγάτα


Γι' αυτό:
Σοκολάτα


Πράγματα πόθων, ο σάκκος
Αλγέρι, νησιά εξωτικά
Σεροτονίνη πραμάτειες
Άηχες γλώσσες γραφτά
Νοήματα πάθη φευγάτα


Γι' αυτό:
Σοκολάτα


Περνούν μουσικές του Μακάο
Σιγούν της Αθήνας στοές
Πικρές απολαύσεις – κακάο
Αλήθειες αγκάλες θηλές
Γλυκά – και τα χρόνια φευγάτα


Γι' αυτό:
Σοκολάτα!


 
Νίκος Σιδέρης


 

αυτογκόλ






Μια Κυριακή απόγευμα-τ’αποφάσισα-
αφού σκάψω όλο το τούνελ μόνη μου,
κλάψω ένα ποτάμι μπλούζ,
κλέψω απλωμένα εσώρουχα,
χτυπήσω «εν βρασμώ»,

και κεράσω-άφραγκη-όλο το μαγαζί

θα πάω τις αρχές μου ως το τέρμα σου







Πέννυ Μηλιά







"τώρα σκοτώνω κάθε περαστικό"

η περίπτωσή σου





δεν έχει πάρκινγκ η Κόλαση
και το σέρβις είναι άθλιο




Θεσσαλονίκη 1

Χιόνι και κρύο
Τι ήταν τελικά αυτή η ιστορία?
Σκόνη και κάθισε
Ψαλμός και σκορπίστηκε?
Ή τι?
Μια πεταλούδα μια μόνο μέρα
Μια πεταλούδα που ξανάγινε κάμπια?
Τι ήταν τελικά αυτή η ιστορία?
Λυγμοί που τους πήρε ο άνεμος?
Ήχοι που τους αγκάλιασε ο θόρυβος?
Χιόνι και κρύο
ΨΕΜΑΤΑ ΑΚΟΥΣΕΣ ΨΕΜΑΤΑ ΕΦΤΙΑΞΕΣ.



Χρήστος Ξανθάκης